You, you, you, you, you

•28 Ιουνίου, 2009 • 2 Σχόλια

a walk in the clouds

Tις προάλλες έτυχε να βρω τυχαία ένα βιβλίο σου κάτω απ’το κρεβάτι.. Αμέσως σε θυμήθηκα.
Εσένα και εκείνες τις μέρες που περάσαμε μαζί τότε. Τα θυμάμαι όλα με μια νοσταλγία, με μια γλύκα που δεν έχει όμοιό της. Κι ας έληξε όσο άσχημα έληξε. Η πίκρα άξιζε εκείνες τις 20 μέρες..
Θυμάμαι την πρώτη νύχτα της γνωριμίας μας και σκέφτομαι πόσο γρήγορα αλλάζουν τα πράγματα. Τότε ήμουν με μια διάθεση χάλια, ήθελα να ξεφύγω από την καθημερινότητά μου, ετοιμαζόμουν να το σκάσω την επομένη για Θεσσαλονίκη. Και κατά σύμπτωση εκείνο το βράδυ πέφτω πάνω σου.. Και μετά δεν ήθελα να αφήσω την Αθήνα.
Νύχτες πνιγμένες στο αλκοόλ, γεμάτες χορό και ξέχειλο πάθος, γεμάτες λογοτεχνικούς ήρωες και εξιστορήσεις..
Νύχτες γεμάτες ποίηση, γεμάτες όνειρα και σχέδια, παρανομίες, στιγμές που νιώθαμε ότι ήμασταν μόνοι μες στον κόσμο.
Ο ένας να αναζητά τον άλλο στα πάρτι, να ψάχνει να τον βρει κάτω από κάποια μάσκα ή αποκριάτικη στολή, να είναι σε κατάσταση πυρετού μέχρι να πέσει πάνω στον άλλο και να νιώσει ένα «τσακ» στην καρδιά.
Να τρελαίνομαι μέχρι να με πάρεις τηλέφωνο, να βάζουμε μουσικές ο ένας στον άλλο, οι χειρονομίες μας, τα πρωινά που με ξύπναγες, τα γέλια που ρίχναμε, η κατάσταση ευφορίας στην οποία βρισκόμουν κάθε πρωί.
Τι κι αν είχα εξεταστική, τι κι αν δούλευες, πολλές φορές γλεντάγαμε σερί ως το πρωί με εμένα να πηγαίνω όλο χαρά να δώσω μάθημα και εσένα να πηγαίνεις με κατακόκκινα μάτια στη δουλειά.
Κι ύστερα.. κι ύστερα τέλος. Έτσι, χωρίς ιδιαίτερες εξηγήσεις, χωρίς κάποια προφανή αιτία. Μετά τη νύχτα των αποκαλύψεων χάθηκες.
Παρόλη την ανώμαλη προσγείωση στην πραγματικότητα, στη ρουτίνα, στους καθημερινούς ρυθμούς δεν σου κρατάω κακία, αντίθετα χαίρομαι όταν σε βλέπω, χαίρομαι που είσαι καλά και γουστάρω να μιλάμε κάνα δεκάλεπτο. Υπάρχουν πράγματα που ακόμη μπορώ να τα μοιράζομαι μόνο μαζί σου. Δε σε θυμάμαι με πόνο, μόνο με χαμόγελο. Γι’αυτές τις μέρες, που ήταν ίσως ό,τι καλύτερο έχω ζήσει ως τώρα..

Marionette

•6 Απριλίου, 2009 • 3 Σχόλια

Photobucket

Ο ουρανός είχε το χρώμα του δέρματός σου
Λευκό σαν κιμωλία
Είχε προηγηθεί ιστορία μιας νύχτας
Εγώ κλεισμένη σ’ένα κτίριο με πολλά δωμάτια
να ψάχνω μια πόρτα που θα με βγάλει έξω
Αλλά έξοδος πουθενά
Μια πόρτα, ψάχνω μια πόρτα
Ξάφνου με πνίγει κόκκινη ομίχλη
Και θέλω να καπνίσω
Χρειάζομαι ένα τσιγάρο
Από κάπου ακούω νερό να κυλάει
Ο χώρος γεμίζει νερό
Με μια παλίρροια που με παρασέρνει
Όταν ξυπνάω έχω βρεθεί έξω

Συννεφιασμένες ιστορίες

•7 Μαρτίου, 2009 • 3 Σχόλια

Photobucket

I’m no longer anyone I know
Noone here reminds me of you
Yet I see noone else on the crowded sidewalk
Madrugada

Ι.
Θα μπορούσε να είναι το χτες
Θα μπορούσε να είναι το μετά
Αλλά ζούμε το τώρα
Ο έρωτας μια μέρα μας χτύπησε την πόρτα
Σαν αγκάθι χώθηκε στις καρδιές μας
Κάτι που πλήγωνε, αλλά με πόνο γλυκό, αιμάτινο
Σαν κάτι ειρωνικό και παλιρροιακό ταυτόχρονα
Σαν τη θάλασσα που αλλάζει διάθεση και χρώματα
Σαν τον ουρανό που συννεφιάζει, φλέγεται, γαληνεύει
Κι εμείς διανύουμε την περίοδο της φωτιάς
Κι η μικρή ζωή μας τίποτα άλλο από σπίθες, αστρανάμματα
Σε βλέπω, σε νιώθω, σε σκέφτομαι
Σε βρίσκω παντού γύρω μου: στα πράγματά μου, στην καθημερινότητά μου, στην τέχνη
Τελικά δε φταίει το ότι είσαι παντού
Αρκεί που είσαι στο μυαλό μου

ΙΙ.
Ένας ήλιος μου χαμογελάει απόψε
Μα τη νύχτα δεν ξέρω τι ουρανό θ’αντικρύσω
Τα βλέμματα στάζουν
Κι εγώ είμαι έτοιμη να πνιγώ
Όλα γύρω μου φωνάζουν
Και οι σκέψεις ρέουν σαν τη θύελλα που έχει ξεσπάσει
έξω μας, μέσα μας
Είμαι εδώ και σε περιμένω
Που χάθηκες πάλι;

ΙΙΙ.
Ομίχλη
Ατμόσφαιρα που μας τυλίγει
Άσπρος ουρανός, αιθέριος
Και οι φράσεις, οι λέξεις μεταξύ μας ένα τίποτα.
Κινήσεις που αφήνουν τα πάντα πιθανά
Και βλέμματα που παίζουν το παιχνίδι των σκιών
Ίσως κάποτε να’μουν μια κούκλα,
κάτι που έπλαθες με πηλό
Μα κάποια στιγμή ξέφυγα απ’τα χέρια σου
Και άρχισα να αναπνέω

ΙV.
O έρωτας ένα συννεφάκι που έσκασε
Κι ύστερα έριξε νεροποντή
Κοντέψαμε να πνιγούμε, μα ήμασταν μαζί
Κι επιζήσαμε
Η βροχή…
Πόνος μαζί και λύτρωση
Ένα απροσδόκητο τραίνο έφτασε
Μπήκα μέσα και σ’άφησα απ’έξω να τρέχεις
Φώναζες
Σε έβλεπα
Σπάραζα, μα καταλάβαινα ότι ήταν αναγκαίο.

V.
Ποιος απ’τους δυο μας φεύγει
Και ποιος μένει
Ποιος είναι σε θέση να μείνει εδώ να το παλέψει
Αυτό, το κάτι που κάποτε υπήρξαμε
Αυτή την αναλαμπή, εκείνο το σκίρτημα
Την πρασινάδα που άνθισε
Ο ουρανός άρχισε να σκοτεινιάζει
Κι εγώ άρχισα να νιώθω αβάσταχτα
Φούντωνα αλλά δεν ήσουν αρκετός για να με σώσεις
Φύγε, κι έλα ξανά
όταν έρθει ο ήλιος

VI.
Σήμερα αποφάσισα να διαφέρω
Να μην είμαι εγώ
Αλλά ένας ταξιδιώτης του χρόνου,
ένας τύπος που δε θυμάται πως έφτασε εδώ
και ζει χωρίς να ξέρει ποιος είναι.
Αποφάσισα να σε βγάλω από πάνω μου
Σαν καρφί που κάποιος βγάζει απ’τον τοίχο
Όπως εσύ κάποτε
με έσπρωχνες να μπω πιο βαθιά
μες στον τοίχο

VII.
Ήσουν σ’εκείνο το όνειρο που ονειρευόμουν χθες
Κατάφερες και μ’έκανες να ξυπνήσω χαρούμενη
Μα όχι ευτυχισμένη
Και όλο αυτό δεν ήταν παρά ένα έωλο παραλήρημμα
Που κάποια στιγμή μετατράπηκε σε κυνηγητό
Ανθρώπων, απόψεων, «εγώ»
Ποιος είσαι και πού πας;
Θες να μ’ακολουθήσεις;
Ίσως καταλήξουμε κάπου καλύτερα μαζί
Ακολουθώντας το φως της χαραυγής
Τ’απομεινάρια του ονείρου..

VIII.
Ξύπνα κι άκουσέ με να φωνάζω
Ξύπνα κι άκουσέ με να θρηνώ
Τ’όνειρο που έβλεπα έγινε εφιάλτης
Έχω σηκωθεί και προσπαθώ να συνέλθω
Ακόμα κοιμάσαι
Αναρωτιέμαι τι ονειρεύεσαι
Μια συγχορδία φάλτσα ή μια γλυκιά μελωδία ;
Τραγουδάω προσπαθώντας να σε βγάλω απ’τον ύπνο σου
Αλλά δεν τα καταφέρνω
Έχεις αρχίσει να ερωτεύεσαι

ΙΧ.
Εκείνος ήρθε και με πήρε μία νύχτα
Το έσκασα έτσι : χωρίς πράγματα και λογική
Μια πράξη αυθορμητισμού
Άφησα το σπίτι μας που είχε αρχίσει να μπάζει νερά
Και βγήκα στη βροχή
Εκείνος άρχισε να με προστατεύει
Ενώ εσύ ακόμη κοιμόσουν

this old house (part 5) : Goodbye my lover

•21 Φεβρουαρίου, 2009 • 1 σχόλιο

Photobucket

Ξεκίνησα να φύγω με μαύρη καρδιά.
Κοίταξα το δωμάτιο για μια τελευταία φορά:
το κρεβάτι, τις αφίσες, τη μικρή βιβλιοθήκη, τις γλάστρες, τα παράθυρα.
Μπήκα στο τρένο μηχανικά
Σε σκεφτόμουν έντονα.
Στην πρώτη στάση κατέβηκα.
Είχα ξεχάσει σπίτι κινητό, κλειδιά, κιθάρα.
Λένε πως όταν ξεχνάς πράγματα κάπου ενώ φεύγεις..
..Υποσυνείδητα θες να ξαναγυρίσεις.
Εγώ απλά μπορεί να μην ήθελα να φύγω ποτέ..

Πώς θα σ’αποχαιρετήσω πάλι ;

this old house (part 4) : Underground

•26 Ιανουαρίου, 2009 • 1 σχόλιο

«Drink wine this is life eternal, this all that youth will give to you. it is the season for wine, roses and drunken friends be happy for this moment, this moment is your life.»…

Photobucket

Ήμασταν κομμάτια. Είχε πάει 3 και μισή.
Κυκλοφορούσαμε Εξάρχεια κατευθυνόμενοι προς το σπίτι της Αλκυνόης.
Ήμασταν η Λένη, η Μαριλύ, ο Τάσος, εγώ και ο Σπυρόπουλος.
Στο δρόμο φωνάζαμε συνθήματα και κυνηγιόμασταν όταν ένα μηχανάκι μας κάνει νόημα.
Είναι ο Κίτσος από ΑΣΟΕΕ μαζί με άλλον ένα.
«Γουστάρετε να περάσετε από Decadence; Σαν ΑΣΟΕΕ έχουμε δώσει 4 η ώρα ραντεβού εκεί».
Η Αλκυνόη, ο Σπυρόπουλος και εγώ ψηνόμασταν, αλλά είχαμε τη Μαριλύ και τον Τάσο
που δεν καταλάβαιναν τι τους γίνεται και τους φοβόμασταν.
Το πλάνο ήταν να τους πηγαίναμε στο σπίτι της Αλκυνόης,
να τους κοιμίζαμε και να την κάναμε για Decadence.
Στη διαδρομή ένα άγνωστο παρεάκι επίσης κομμάτια μας γνέφει.
Έχει κι αυτό τους μεθυσμένους του.
Βλέμματα κατανόησης απ’τη μια μεριά στην άλλη.
Σέρνουν ένα μηχανάκι.
«Να δούμε ποιος θα οδηγήσει», μας λένε..
Φτάνοντας στο σπίτι της Αλκυνόης παραλίγο να μας πατήσει ένα αμάξι.
Είναι η Μυριωτάκης με την υπόλοιπη ΑΣΟΕΕ.
«Ρε μαλάκες περάστε από Decadence».
Τους ενημερώνουμε ότι ξέρουμε τι παίζει και πως πιθανόν θα περάσουμε αργότερα.
«Καλά με την ησυχία σας. Έτσι κι αλλιώς θα κάτσουμε μέχρι αργά».
Η Αλκυνόη έχει μόνο ένα μπουκάλι Amaretto το οποίο με τόσα άτομα φεύγει μπαμ μπαμ.
Χρειαζόμαστε αλκοόλ, αλλά που βρίσκεις ξημερώματα..
Δίπλα παίζει ένα κωλόμπαρο.
Κατεβαίνει μια αντιπροσωπία να προμηθευτεί κρασί.
«Άντε να δούμε ποιος θα μπει εδώ μέσα να πάρει αλκοόλ», φωνάζω.
Ενώ υπήρχε μια διαπάλη, βγαίνει έξω ο ιδιοκτήτης χαρωπός.
«Για την αγαπητή γειτόνισσα δίπλα ό,τι θέλει. Κερνάμε».
Ο Σπυρόπουλος ζητάει κρασί, ο τύπος μας φέρνει μια μεγάλη κανάτα 1,5 L
και δίνει πίσω το 10ευρω του Σπυρόπουλου.
Περιχαρείς και γεμάτοι αλκοόλ επιστρέφουμε στο σπίτι όπου αρχίζουμε να παίζουμε ρεμπέτικα και λαϊκά.
Μάρκος και Μητροπάνος έχουν την τιμητική τους.
«Σ’αναζητώ στη Σαλονίκη ξημερώματα. Λείπει το βλέμμα σου απ’της αυγής τα χρώματα.
Σ’αναζητώ μ’ένα βιολί κι ένα δοξάρι. Λείπει το όνειρο, εσύ και το δοξάρι», ξελαρυγγιαζόμαστε όλοι μαζί
και κάνουμε την Αλ να φωνάζει πως οι γείτονες θα καλέσουν το 100.
Εμείς δεν καταλαβαίνουμε Χριστό.
Η Λένη πηγαίνει και ξαπλώνει στην κρεβατοκάμαρα.
Εμείς τα ίδια. Εκτός απ’το ότι οι δυο μεθυσμένοι έχουν αρχίσει να την πέφτουν ο ένας στον άλλο.
Ο Σπυρόπουλος φεύγει κατά τις 6 με πρωινή συγκοινωνία, ετοιμάζομαι κι εγώ
όταν ξαφνικά μας παίρνει ο Μυριωτάκης τηλέφωνο.
«Έρχεται από ‘δώ και είναι λιάρδα», μας ενημερώνει ο Τάσος.
Και πράγματι σε κάνα 10λεπτο σκάνε μαζί με τον Κίτσο και είναι μες στην καλή χαρά.
Αναλαμβάνουν τον υπολογιστή και αρχίζουν να παίζουν βουλγάρικα και αλβανικά σκυλάδικα.
Κόλαση;;
Ο Κίτσος να χορεύει τσιφτετέλι, ο Τάσος να χτυπάει παλαμάκια,
ο Μύριω να πηγαίνει στο κρεβάτι που κοιμάται η Λένη,
να της φωνάζει, να τη σκουντάει, να της τραγουδάει μπας και την ξυπνήσει.
Η Λένη Χριστό.
Οι μεθυσμένοι να έχουν απομονωθεί στην κουζίνα και να ακούμε συζήτηση τύπου:
«Θα το μετανιώσουμε αύριο. Καλύτερα να μείνουμε δυο φίλοι.»
«Μα σε θέλω..»
Η Αλκυνόη να κλείνει επίσημα 44 ώρες ξύπνια,
εγώ να μη νιώθω τίποτα μετά από μια μέρα συνδικαλισμού απ’τις 9 το πρωί,
με καπάκι 2 πολιτικές διαδικασίες τη μία στη σχολή και την άλλη στα τοπικά με την επιτροπή κατοίκων.
Και ας μην παραλείψω την αφισοκόλληση που κάναμε στις 23.00 στην κεντρική πλατεία
με τα μπατσικά να μας κυνηγάνε
και τον Παλαιολόγο να σκαρφαλώνει στις κολώνες για να αφισοκολλήσει τα διάφορα stands..
Οι πλέον ανήμπορες, καταλαμβάνουμε τον καναπέ και ξαπλώνουμε.
Ο Μυριωτάκης όμως πεινάει και φωνάζει.
Μας λέει να πάμε στο σούπερ μάρκετ της απέναντι γωνίας, να κάτσουμε έξω
και να το περιμένουμε να ανοίξει.
Ενώ έχει πάει 7 φεύγει με την Αλ να πάνε για φαγώσιμα.
Γυρνάνε πίσω με προκατεψυγμένες πίτσες.
Τις βάζουν στο φούρνο και ξαπλώνουν, μιας και θέλουν μισή ώρα ψήσιμο.
Σε 40’ μας ξυπνάνε φωνάζοντας γιατί η 1η κάηκε, μιας και μας είχε πάρει όλους ο ύπνος.
Η ώρα είναι 8 παρά κι εγώ την κάνω.
Παίρνω πρωινό λεωφορείο. Φτάνω κατά τις 8,30 σπίτι.
Όλοι κοιμούνται ακόμα.
Κάνω ένα μπάνιο, βάζω 5 πράγματα στο σακίδιό μου,
αφήνω ένα σημείωμα πως θα λείπω το Σ-Κ
και φεύγω ξανά για Κηφισό.
Ανυπομονώ να σε δω..
Μια βδομάδα πέρασε από την τελευταία φορά.

this old house (part 3) :Le Vent Nous Portera

•14 Ιανουαρίου, 2009 • 1 σχόλιο

Photobucket

Μπήκα σαν τον κλέφτη για άλλη μια φορά μέσα. Τα ίδια χάλια.
Χαλάσματα και μπάζα παντού, παρατημένα γύρω γύρω.
Υπήρχε αυτός ο τόνος εγκατάλειψης χωρίς ωστόσο το κτίριο να χάνει την αίγλη του.
Μπήκα στο δωμάτιο με τα συνθήματα και τον μοβ τοίχο.
Έκανα μια βόλτα και έμεινα να χαζεύω απ’το παράθυρο.
Είχα μια περίεργη αίσθηση στο στομάχι.

Άρχισε να φυσά και ένιωσα μια ψύχρα.
Τύλιξα την εσάρπα μου καλύτερα, έστριψα τσιγάρο και πλησίασα στο παράθυρο να δω τι παίζει δίπλα.
Στο μυαλό μου μια εύθυμη μελωδία από τραγούδι της Φιτζέραλντ, το σιγομουρμουρίζω.
Κι εκείνη την ώρα σκας εσύ, και με παίρνεις αγκαλιά.
Στα χέρια σου ένα περίεργο δώρο. Ένα κολιέ από υλικό που πλάθεται και μπορείς να φτιάξεις το κολιέ όπως εσύ θέλεις.
Μετά τις αγκαλιές και τα φιλιά φεύγουμε με τη μηχανή και καταλήγουμε στην Πλάκα, σ’ένα καφενεδάκι δίπλα στην αρχαία αγορά.
Ξύλινες καρέκλες κάτω από μια βουκαμβίλια και θέα από ψηλά.
Τα νέα σου, τα νέα μου, διηγήσεις και εξιστορήσεις που διακόπτονται από γέλια και φιλιά.
Η ώρα περνά χωρίς να το καταλάβουμε και πρέπει εγώ να γυρίσω σχολή κι εσύ δουλειά.
Αρχίζει να φυσάει, λουλούδια απ’τη βουκαμβίλια χορεύουν στον αέρα ενώ ένας τυφλός παίζει ακορντεόν.
Περπατήσαμε λίγο τριγύρω, έχει κάτι από ένα χαμένο παρελθόν, μια αίσθηση αίγλης.
Πλανόδιοι πωλητές, τύποι με χειροποίητα κοσμήματα, παιδάκια που ζητιανεύουν στα σουβλατζίδικα.
Μια μπάντα που έχει ντυθεί με μεταξωτά, δαντελένια, και χρυσά ρούχα χαίρεται που μας βλέπει.
Και παίζει απόσπασμα απτο Ρωμαίο και την Ιουλιέτα του Προκόφιεβ.
Δυο περιστέρια πετούν πάνω μας. Κυνηγά το ένα το άλλο. Κάποια στιγμή συναντιούνται. Χαϊδεύονται.
Και ξανά πάλι απ’την αρχή το κυνηγητό.
Το παιχνίδι.
Έχουμε ήδη φτάσει στη μηχανή..

Σε λίγα λεπτά μ’αφήνεις έξω απ’το παλιό κτίριο.
– Και είπαμε ε.. Από’δώ και πέρα θα μιλάμε τηλεφωνικά και θα πετάγομαι τα Σαββατοκύριακα να σε βλέπω. ΟΚ ;
– Ό,τι θέλεις.
– Ό,τι μπορώ..

Ποιος γυρνάει για να μπει σε μάθημα τώρα..
Και πρέπει να βρω και μια δικαιολογία για την απουσία μου.
Με το που μπαίνω στο ασανσέρ με πετυχαίνει ένας εκ των τρελών.
«Πρέπει να κάνουμε Διοικητικό Συμβούλιο.»
Χριστέ μου..
Δε γαμιέται.. Ας κάνουμε και ένα ΔΣ να γουστάρουμε..

this old house (part 2)

•19 Νοεμβρίου, 2008 • 4 Σχόλια

view_by_recherchephotography

είχαμε γνωριστεί σ’εκείνη την υπόγα
όταν νύχτωνε
μετά την πρώτη μου μέρα ενασχόλησης με το συνδικαλισμό
μου είχες κάνει εντύπωση απ’την πρώτη στιγμή
τα μαλλιά σου, σήμα κατατεθέν
το περίεργο ντύσιμο που μου θύμιζε Όσκαρ Ουάιλντ
και το γλυκό σου χαμόγελο
πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να σε ξαναδώ
τότε ήταν που κάτσαμε παρέα για κρασιά
μετά από μια ταινία που έπαιζε τέρμα στη Μαυρομιχάλη
εκείνο το βράδυ ήταν που ενώ έφευγες μου φώναξες
θα τα ξαναπούμε..

και μετά ήταν εκείνο το πάρτι
που πρέπει να κλείσαμε 5ωρο κουβέντας
ήταν και η κρητική ρακή και το όλο κλίμα
το φευγάτο
δεν θέλαμε και πολύ για να παρασυρθούμε

λίγα βράδυα αργότερα βρεθήκαμε σ’εκείνο το μαγαζί
το νεοκλασικό κτίριο με τα ψυχεδελικά φώτα
και την ηλεκτρονική μουσική
μπύρες, μπύρες, μπύρες
και στο τέλος το πρόβλημα της επιστροφής
ώσπου ήρθα κι έμεινα σπίτι σου
και ξύπνησα το πρωί, με εσένα να κοιμάσαι ξερός
να προσπαθώ να βρω που υπάρχει σέικερ
και να βρίσκω άπειρες αναπάντητες στο κινητό
σου άφησα ένα σημείωμα και έφυγα για τη σχολή
όπου και βρέθηκα πρωινιάτικα με μίνι φούστα
και μαλλιά που μύριζαν τσιγάρο

εκείνη τη μέρα τελείως τυχαία
πήγαμε με τις άλλες για πρώτη φορά στο παλιό κτίριο
περνάγαμε απ’έξω και πηγαίναμε για φαΐ στη λέσχη
όταν η μ. φώναξε «είναι ανοικτά, γιατί δε μπαίνουμε ;»

this old house (part 1)

•9 Νοεμβρίου, 2008 • 7 Σχόλια

detail_of_fall_by_m0nni

μ’ένα απλανές βλέμμα κι ένα χαωμένο μυαλό
με τη μουσική τέρμα στ’αυτιά
χωμένη σ’ένα βιβλίο, με τη μυρουδιά του να φτάνει ως τα ρουθούνια μου
τη γεύση του καυτού καφέ φίλτρου στο στόμα
που κατάπινα πάντα μ’ένα κομμάτι σοκολάτα που έλιωνε λόγω του καφέ
και ένα τσιγάρο στο χέρι – το πρώτο της μέρας, το απολαυστικό
σε σκέφτομαι

δυο ώρες ύπνος και ξανά εδώ
δε βαριέσαι.. όπως έχει πει και κάποιος άλλος
αν δεν τα κάνουμε τώρα αυτά, πότε;
νιώθω κούραση αλλά και μια γαλήνη
μια χαρά, από χτες το απόγευμα
τόση χαρά που εκτός από ενέργεια μου χάρισε αϋπνία
σκεφτόμουνα πως αν ξύπναγα θα τέλειωνε όλο αυτό
λαμβάνω από παντού καλημέρες
μάλλον πρέπει να βγάλω τ’ακουστικά
αλλά αυτή η στιγμή κάθε πρωινού είναι ιερή
αν όχι μέχρι να τελειώσει ο καφές, τουλάχιστον μέχρι να καεί το τσιγάρο
δε μιλάω

το κινητό χτυπά με μια ηχογράφηση από ταινία του Κισλόφσκι
βγαίνω στο μπαλκόνι για να σου μιλήσω
τώρα που δεν έχει κόσμο ακόμα
όταν το κλείνουμε μένω μ’ένα χαμόγελο για το οποίο
είμαι σίγουρη ότι θα φάω πολύ δούλεμα απ’τους υπόλοιπους
ρίχνω μια ματιά γύρω μου
μ’αρέσει πολύ εδώ πάνω, έχει καταπληκτική θέα
και είναι χαραυγή ακόμα.. βλέπεις χρώματα στον ουρανό

σε μισή ώρα ξεκινά η πραγματική δουλειά
φτάνει 10 η ώρα και εξαφανιζόμαστε όλοι
εγώ όμως την κάνω
σίγουρα οι άλλοι θα νομίζουν ότι μιλάω με κάποιον
και πως γενικά για να λείπω δουλεύω
αντ’αυτού παίρνω το mp3 μου, τσιγάρα και πάω δίπλα
στο παλιό κτίριο

One for you

•27 Σεπτεμβρίου, 2008 • 4 Σχόλια

Κάποια άγνωστη αύρα άρχισε να μετυλίγει και το κορμί μου γέμισε καθρέφτες
Σ’ένα αόρατο κόσμο κάπου κοντά μου άρχισες να παίζεις φλάουτο για να ξυπνήσεις το άγριο δάσος
Με μια μαύρη τουλίπα στο χέρι και ένα όνειρο στο βλέμμα προσπαθούσα να σε νιώσω
Έψαχνα τον αόρατο κόσμο
Απ’την τουλίπα άρχισαν να αναδύονται μυρωδιές που μοιάζαν αναμνήσεις
Και εικόνες ξεπηδούσαν από μέσα της σα στάλες από αίμα
Κατά κάποιο τρόπο με καθοδηγούσανε σε εσένα
Και ξάφνου άρχισε να βρέχει και άρχισα να νιώθω πιο κοντά σου
Κι ολόκληρο το δάσος μου’δειχνε το δρόμο
Σα μια ουράνια συνωμοσία να ήθελε να σε βρω
Ξέροντας πως αν δε σε βρω εγώ δε θα τα κατάφερνε κανένας άλλος

•24 Σεπτεμβρίου, 2008 • 7 Σχόλια

Υπάρχουν κάποιες στιγμές στη ζωή σου που τη στιγμή την ίδια που τις ζεις καταλαβαίνεις ότι δεν πρόκειται να υπάρξουν αντίστοιχες.