this old house (part six) : echoes

•Ιουλίου 22, 2009 • Σχολιάστε

Photobucket

Strangers passing in the street
By chance two separate glances meet
And I am you and what I see is me.
And do I take you by the hand
And lead you through the land
And help me understand
The best I can.
Pink Floyd

Ήμουν σε μια περίοδο περίεργη όταν αρχίσαμε να βγαίνουμε.
Πέρναγα τη φάση απογοήτευσης. Κι έσκασες σαν δώρο έξω απ’την πόρτα μου.
Το όλο θέμα ξεκίνησε με μια συζήτηση για τον «Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες» του Μούζιλ.
Από ‘κεί και πέρα λογοτεχνία. Πολύ λογοτεχνία.
Κλασική, λατινοαμερικάνικη, ρώσικη.. Σουρεαλισμός, θέατρο, ποίηση.
Δεν είχαμε αφήσει και τίποτα.
Παράλληλα βγαίναμε συνέχεια έξω.
Είχαμε βρει ένα ήσυχο μπαράκι φάση αυτονομίας στα Εξάρχεια και το’χαμε κάνει στέκι.
Θυμάμαι γύρναγα κάθε βράδυ σπίτι και έπαιρνα τη Μαριλύ τηλέφωνο να της πω όλα τα νέα.
Όπως κάναμε και στο Γυμνάσιο. Αλλά είχε τόση πλάκα, και είχα μια αγωνία ώσπου να μου πει την άποψή της..

Ένα βράδυ είχαμε πάει σε ένα live που παίζαν κάτι φίλοι από Θεσσαλονίκη με τα παιδιά και έπεσα πάνω σου.
«Ω! Δεσποινίς.. Τι κάνετε ;» Αυτό ήταν. Απλά παρατήσαμε και οι δυο τις παρέες μας και μείναμε να μιλάμε και να πίνουμε.
Εγώ που και που τραγούδαγα κιόλας, ήξερα κάποια κομμάτια.
Κατά τ’άλλα μιλάγαμε για λογοτεχνικούς ήρωες που είχαμε ερωτευτεί : μοιραία θηλυκά και αλήτικα αρσενικά.
Και άρχισες να μου λες για αγαπημένες σου ηρωίδες που μου έμοιαζαν. Ή που είχαν το ίδιο όνομα με εμένα.
Εκείνες οι στιγμές, είχαν έναν αέρα έκστασης. Σα να ‘μασταν οι δυο μας στη μουσική σκηνή.
Βοηθούσε βέβαια και το αλκοόλ. Αλίμονο..
Τα έλεγα στη Μαριλύ μετά : «Ήμαρτον.. Έτσι φτιάχνεσαι εσύ ;;»
Φτιάχναμε ιστορίες ο ένας για τον άλλο. Τις διαβάζαμε μαζί μετά σε μπαρ, στο λόφο του Στρέφη, στο σπίτι σου.
Και κάπως έτσι πέρναγε ο καιρός..

Κάποια στιγμή πέταξα την ιδέα : «Ρε ένας φίλος δουλεύει στο Άμστερνταμ και μου
έχει πει να πάω όποτε θέλω και με παρέα. Γουστάρεις να πάμε μαζί ;»

Advertisements

C’mere

•Ιουλίου 20, 2009 • 1 σχόλιο

«H μουσική εινάι η μόνη γλώσσα που όλος ο κόσμος καταλαβαίνει.Ο μόνος τρόπος συνεννόησης.Είναι μια αδελφοσύνη.Να το θυμάσαι φίλε μου,κάποτε δεν θα χρειάζεται να μιλάμε…»
Παύλος Σιδηρόπουλος

c'mere

«Sacred parts, your get aways
You come along on summer days
Tenderly, tastefully»

Interpol

Υπάρχουν στιγμές που τελειώνουν οι λέξεις
Που γίνονται βλαβερές
Όταν πληγώνουμε ο ένας τον άλλο
Όταν η αγάπη γίνεται βελόνα

Εγώ φεύγω κι εσύ το σκας
Αλλά δε μπορούμε να’μαστε χώρια
Ο πόνος γίνεται πιο βαθύς
η βελόνα μπαίνει πιο βαθιά

Είναι οι μέρες που δεν τρώω
δεν κοιμάμαι
καταπονώ το σώμα μου
θέλω να το κάνω να σπάσει
Ίσως ο σωματικός πόνος
με κάνει να ξεχάσω τον ψυχικό

Προσπαθώ να σταματήσω να σε σκέφτομαι
Αλλά τότε είναι που είσαι παντού γύρω μου
Στα πράγματά μου, στο δωμάτιό μου,
στα τραγούδια που ακούγαμε μαζί.
Όποια πόρτα και να ανοίξω σε αντικρύζω
Τελικά δεν είναι ότι είσαι μέσα στο σπίτι μου
είσαι μέσα στο μυαλό μου.

Στις αναμνήσεις
σε όσα κάναμε μαζί
στις βόλτες μας, στα ταξίδια μας
στις καινούργιες μας εμπειρίες.
Ζούσαμε έντονα

Σε αυτές τις στιγμές βρίσκουμε
άλλους τρόπους για να μιλάμε.
Από εικόνες, μουσικές, στιχάκια.
Είναι τότε που ξέρω ότι γράφεις για μένα.
Είναι τότε που ξέρεις ότι παίζω πιάνο για σένα.
Ένα τραγούδι με νόημα που τα λέει όλα
και θυμίζει αστέρια και ακρογιαλιές
και μας φέρνει κοντά.

Κι έτσι φτάνουμε σε αστρικούς τρόπους μέθεξης
και αυτό που μας ενώνει γίνεται πιο δυνατό.
Στη βελόνα βάζουμε κλωστή
και ράβουμε τις πληγές μας.

A story

•Ιουλίου 16, 2009 • Σχολιάστε

Αυτό το ποιηματάκι μου’ρθε σχεδόν έτοιμο στο μυαλό τις προάλλες. Δε λέει τίποτα σπουδαίο αλλά είναι το πρώτο μου ποίημα νομίζω με τέτοια μουσικότητα.. Γι’αυτό άξιζε να το ανεβάσω εδώ.

Let me tell you a story
about people being born
they scatter and fight
and at least they’re growing tall.
By exploring, by finding, by making new friends
they’re learning more and more every day
without any rest

Let me tell you a story
about people being young
they’re flirting and loving
and definetaly going mad.
They’re discovering body and mind
they’re traveling now and then
they’re trying to be born again.

Let me tell you a story
about people growing old.
They’re exhausted but peacefull
wise and their thoughts unfold.
They try to teach us, they try not to be bad
and they really feel nostalgic
about then when they were young.

You, you, you, you, you

•Ιουνίου 28, 2009 • 2 Σχόλια

a walk in the clouds

Tις προάλλες έτυχε να βρω τυχαία ένα βιβλίο σου κάτω απ’το κρεβάτι.. Αμέσως σε θυμήθηκα.
Εσένα και εκείνες τις μέρες που περάσαμε μαζί τότε. Τα θυμάμαι όλα με μια νοσταλγία, με μια γλύκα που δεν έχει όμοιό της. Κι ας έληξε όσο άσχημα έληξε. Η πίκρα άξιζε εκείνες τις 20 μέρες..
Θυμάμαι την πρώτη νύχτα της γνωριμίας μας και σκέφτομαι πόσο γρήγορα αλλάζουν τα πράγματα. Τότε ήμουν με μια διάθεση χάλια, ήθελα να ξεφύγω από την καθημερινότητά μου, ετοιμαζόμουν να το σκάσω την επομένη για Θεσσαλονίκη. Και κατά σύμπτωση εκείνο το βράδυ πέφτω πάνω σου.. Και μετά δεν ήθελα να αφήσω την Αθήνα.
Νύχτες πνιγμένες στο αλκοόλ, γεμάτες χορό και ξέχειλο πάθος, γεμάτες λογοτεχνικούς ήρωες και εξιστορήσεις..
Νύχτες γεμάτες ποίηση, γεμάτες όνειρα και σχέδια, παρανομίες, στιγμές που νιώθαμε ότι ήμασταν μόνοι μες στον κόσμο.
Ο ένας να αναζητά τον άλλο στα πάρτι, να ψάχνει να τον βρει κάτω από κάποια μάσκα ή αποκριάτικη στολή, να είναι σε κατάσταση πυρετού μέχρι να πέσει πάνω στον άλλο και να νιώσει ένα «τσακ» στην καρδιά.
Να τρελαίνομαι μέχρι να με πάρεις τηλέφωνο, να βάζουμε μουσικές ο ένας στον άλλο, οι χειρονομίες μας, τα πρωινά που με ξύπναγες, τα γέλια που ρίχναμε, η κατάσταση ευφορίας στην οποία βρισκόμουν κάθε πρωί.
Τι κι αν είχα εξεταστική, τι κι αν δούλευες, πολλές φορές γλεντάγαμε σερί ως το πρωί με εμένα να πηγαίνω όλο χαρά να δώσω μάθημα και εσένα να πηγαίνεις με κατακόκκινα μάτια στη δουλειά.
Κι ύστερα.. κι ύστερα τέλος. Έτσι, χωρίς ιδιαίτερες εξηγήσεις, χωρίς κάποια προφανή αιτία. Μετά τη νύχτα των αποκαλύψεων χάθηκες.
Παρόλη την ανώμαλη προσγείωση στην πραγματικότητα, στη ρουτίνα, στους καθημερινούς ρυθμούς δεν σου κρατάω κακία, αντίθετα χαίρομαι όταν σε βλέπω, χαίρομαι που είσαι καλά και γουστάρω να μιλάμε κάνα δεκάλεπτο. Υπάρχουν πράγματα που ακόμη μπορώ να τα μοιράζομαι μόνο μαζί σου. Δε σε θυμάμαι με πόνο, μόνο με χαμόγελο. Γι’αυτές τις μέρες, που ήταν ίσως ό,τι καλύτερο έχω ζήσει ως τώρα..

Marionette

•Απρίλιος 6, 2009 • 3 Σχόλια

Photobucket

Ο ουρανός είχε το χρώμα του δέρματός σου
Λευκό σαν κιμωλία
Είχε προηγηθεί ιστορία μιας νύχτας
Εγώ κλεισμένη σ’ένα κτίριο με πολλά δωμάτια
να ψάχνω μια πόρτα που θα με βγάλει έξω
Αλλά έξοδος πουθενά
Μια πόρτα, ψάχνω μια πόρτα
Ξάφνου με πνίγει κόκκινη ομίχλη
Και θέλω να καπνίσω
Χρειάζομαι ένα τσιγάρο
Από κάπου ακούω νερό να κυλάει
Ο χώρος γεμίζει νερό
Με μια παλίρροια που με παρασέρνει
Όταν ξυπνάω έχω βρεθεί έξω

Συννεφιασμένες ιστορίες

•Μαρτίου 7, 2009 • 3 Σχόλια

Photobucket

I’m no longer anyone I know
Noone here reminds me of you
Yet I see noone else on the crowded sidewalk
Madrugada

Ι.
Θα μπορούσε να είναι το χτες
Θα μπορούσε να είναι το μετά
Αλλά ζούμε το τώρα
Ο έρωτας μια μέρα μας χτύπησε την πόρτα
Σαν αγκάθι χώθηκε στις καρδιές μας
Κάτι που πλήγωνε, αλλά με πόνο γλυκό, αιμάτινο
Σαν κάτι ειρωνικό και παλιρροιακό ταυτόχρονα
Σαν τη θάλασσα που αλλάζει διάθεση και χρώματα
Σαν τον ουρανό που συννεφιάζει, φλέγεται, γαληνεύει
Κι εμείς διανύουμε την περίοδο της φωτιάς
Κι η μικρή ζωή μας τίποτα άλλο από σπίθες, αστρανάμματα
Σε βλέπω, σε νιώθω, σε σκέφτομαι
Σε βρίσκω παντού γύρω μου: στα πράγματά μου, στην καθημερινότητά μου, στην τέχνη
Τελικά δε φταίει το ότι είσαι παντού
Αρκεί που είσαι στο μυαλό μου

ΙΙ.
Ένας ήλιος μου χαμογελάει απόψε
Μα τη νύχτα δεν ξέρω τι ουρανό θ’αντικρύσω
Τα βλέμματα στάζουν
Κι εγώ είμαι έτοιμη να πνιγώ
Όλα γύρω μου φωνάζουν
Και οι σκέψεις ρέουν σαν τη θύελλα που έχει ξεσπάσει
έξω μας, μέσα μας
Είμαι εδώ και σε περιμένω
Που χάθηκες πάλι;

ΙΙΙ.
Ομίχλη
Ατμόσφαιρα που μας τυλίγει
Άσπρος ουρανός, αιθέριος
Και οι φράσεις, οι λέξεις μεταξύ μας ένα τίποτα.
Κινήσεις που αφήνουν τα πάντα πιθανά
Και βλέμματα που παίζουν το παιχνίδι των σκιών
Ίσως κάποτε να’μουν μια κούκλα,
κάτι που έπλαθες με πηλό
Μα κάποια στιγμή ξέφυγα απ’τα χέρια σου
Και άρχισα να αναπνέω

ΙV.
O έρωτας ένα συννεφάκι που έσκασε
Κι ύστερα έριξε νεροποντή
Κοντέψαμε να πνιγούμε, μα ήμασταν μαζί
Κι επιζήσαμε
Η βροχή…
Πόνος μαζί και λύτρωση
Ένα απροσδόκητο τραίνο έφτασε
Μπήκα μέσα και σ’άφησα απ’έξω να τρέχεις
Φώναζες
Σε έβλεπα
Σπάραζα, μα καταλάβαινα ότι ήταν αναγκαίο.

V.
Ποιος απ’τους δυο μας φεύγει
Και ποιος μένει
Ποιος είναι σε θέση να μείνει εδώ να το παλέψει
Αυτό, το κάτι που κάποτε υπήρξαμε
Αυτή την αναλαμπή, εκείνο το σκίρτημα
Την πρασινάδα που άνθισε
Ο ουρανός άρχισε να σκοτεινιάζει
Κι εγώ άρχισα να νιώθω αβάσταχτα
Φούντωνα αλλά δεν ήσουν αρκετός για να με σώσεις
Φύγε, κι έλα ξανά
όταν έρθει ο ήλιος

VI.
Σήμερα αποφάσισα να διαφέρω
Να μην είμαι εγώ
Αλλά ένας ταξιδιώτης του χρόνου,
ένας τύπος που δε θυμάται πως έφτασε εδώ
και ζει χωρίς να ξέρει ποιος είναι.
Αποφάσισα να σε βγάλω από πάνω μου
Σαν καρφί που κάποιος βγάζει απ’τον τοίχο
Όπως εσύ κάποτε
με έσπρωχνες να μπω πιο βαθιά
μες στον τοίχο

VII.
Ήσουν σ’εκείνο το όνειρο που ονειρευόμουν χθες
Κατάφερες και μ’έκανες να ξυπνήσω χαρούμενη
Μα όχι ευτυχισμένη
Και όλο αυτό δεν ήταν παρά ένα έωλο παραλήρημμα
Που κάποια στιγμή μετατράπηκε σε κυνηγητό
Ανθρώπων, απόψεων, «εγώ»
Ποιος είσαι και πού πας;
Θες να μ’ακολουθήσεις;
Ίσως καταλήξουμε κάπου καλύτερα μαζί
Ακολουθώντας το φως της χαραυγής
Τ’απομεινάρια του ονείρου..

VIII.
Ξύπνα κι άκουσέ με να φωνάζω
Ξύπνα κι άκουσέ με να θρηνώ
Τ’όνειρο που έβλεπα έγινε εφιάλτης
Έχω σηκωθεί και προσπαθώ να συνέλθω
Ακόμα κοιμάσαι
Αναρωτιέμαι τι ονειρεύεσαι
Μια συγχορδία φάλτσα ή μια γλυκιά μελωδία ;
Τραγουδάω προσπαθώντας να σε βγάλω απ’τον ύπνο σου
Αλλά δεν τα καταφέρνω
Έχεις αρχίσει να ερωτεύεσαι

ΙΧ.
Εκείνος ήρθε και με πήρε μία νύχτα
Το έσκασα έτσι : χωρίς πράγματα και λογική
Μια πράξη αυθορμητισμού
Άφησα το σπίτι μας που είχε αρχίσει να μπάζει νερά
Και βγήκα στη βροχή
Εκείνος άρχισε να με προστατεύει
Ενώ εσύ ακόμη κοιμόσουν

this old house (part 5) : Goodbye my lover

•Φεβρουαρίου 21, 2009 • 1 σχόλιο

Photobucket

Ξεκίνησα να φύγω με μαύρη καρδιά.
Κοίταξα το δωμάτιο για μια τελευταία φορά:
το κρεβάτι, τις αφίσες, τη μικρή βιβλιοθήκη, τις γλάστρες, τα παράθυρα.
Μπήκα στο τρένο μηχανικά
Σε σκεφτόμουν έντονα.
Στην πρώτη στάση κατέβηκα.
Είχα ξεχάσει σπίτι κινητό, κλειδιά, κιθάρα.
Λένε πως όταν ξεχνάς πράγματα κάπου ενώ φεύγεις..
..Υποσυνείδητα θες να ξαναγυρίσεις.
Εγώ απλά μπορεί να μην ήθελα να φύγω ποτέ..

Πώς θα σ’αποχαιρετήσω πάλι ;