Abandoned Masquerade

Photobucket

Καλοκαίρι. Είχα πάρει άδεια από τη δουλειά, είχα αφήσει τη Σχολή και την είχα κάνει για το χωριό. Περίμενα το πανηγύρι που γινόταν κάθε χρόνο ένα τριήμερο. Περίμενα εσένα που θα κατέβαινες. Απλά είχα έρθει πιο νωρίς για να ηρεμήσω λίγο, να ξεφύγω από την πόλη και την καθημερινότητα. Το χωριό ήταν το κάτι άλλο.. Οι άνθρωποι τόσο φιλικοί, η γιαγιούλα μου που μου έκανε κάθε χατήρι, το δάσος με την απίστευτη βλάστηση που σ’έκανε να νομίζεις πως βρίσκεσαι σ’ένα παραμύθι. Κι ύστερα.. Υπήρχε και η λίμνη. Που ήταν τόσο μεγάλη που έχανες τον ορίζοντα, ενώ άλλαζα συνεχώς χρώματα. Όλη τη βδομάδα σχεδόν την πέρασα στη λίμνη. Διαβάζοντας, ακούγοντας μουσική, σκιτσάροντας ή απλά με τις σκέψεις μου. Θυμόμουν τη περσινή χρονιά, το περσινό πανηγύρι, εσένα.
Το έθιμο ήταν το εξής: όλη η νεολαία του χωριού Παρασκευή βράδυ, αργά, πήγαινε στα σπίτια και έπαιρνε τις γλάστρες. Τις μαζεύαμε στην πλατεία και τις ξαναπηγαίναμε στα σπίτια. Αλλά στο κάθε σπίτι πήγαιναν άλλες γλάστρες. Κόβαμε λουλούδια και φτιάχναμε μικρά μπουκέτα. Μετά «σπάγαμε» σε μικρά γκρουπ και είτε πηγαίναμε βόλτες, είτε στα διπλανά μεγαλύτερα χωριά για κανά ποτό είτε σπίτια μας. Το πρωί οι νοικοκυρές ξύπναγαν και άρχιζαν το μαγείρεμα. Το κάθε σπίτι είχε αναλάβει να φτιάξει και κάτι διαφορετικό. Το μεσημέρι ξυπνάγαμε κι εμείς και πηγαίναμε στα σπίτια μοιράζοντας τα μπουκέτα και ακούγοντας ευχές. Το βράδυ μαζευόμασταν όλοι στην πλατεία και τρώγαμε όλοι μαζί. Μετά κατεβαίναμε στη λίμνη και αφήναμε χάρτινα καραβάκια στα οποία ο καθένας έγραφε σ’ε΄να χαρτάκι μια επιθυμία ή μια ευχή. Μαζί με χάρτινα φαναράκια τα αφήναμε στη λίμνη. Την Κυριακή ουσιαστικά είχαν όλα τελειώσει. Άλλοι έψαχναν τις γλάστρες κι άλλοι τις πιατέλες τους.. Οι περισσότεροι αποχωρούσαν το βράδυ, μετά την «τελετή λήξης», που δεν ήταν τίποτα περισσότερο από live παραδοσιακή μουσική στην πλατεία και ζωγραφιές που μοίραζαν τα παιδιά στους υπόλοιπους.
Πέρσι είχαν γίνει όλα. Το βράδυ που κλέβαμε τις γλάστρες είχαμε χωριστεί σε 2 ομάδες και ανταγωνιζόμασταν για το ποια ομάδα θα έκλεβε τις περισσότερες.. Εμείς είμασταν στην ίδια.. Στο τέλος η άλλη ομάδα νίκησε κι αρχίζαμε να κυνηγιόμαστε στο χωριό και να κρυβόμαστε σα μικρά παιδιά. Κάποια στιγμή είχαμε χωριστεί σε πολύ μικρότερα γκρουπ και απλά κυριαρχούσε ένας χαμός. Είχα αποκοπεί απ’τους υπόλοιπους και με κυνήγαγε κάποιος μέχρις ότου ξεπήδηξες από μια γωνιά και με κράτησες. Κάτσαμε σ’ένα στενάκι αρκετή ώρα και απλά μιλάγαμε μέχρις ότου ακούστηκε μια φωνή «Παιδιά δε θα ξαναμοιράσουμε τις γλάστρες;». Αποφασίστηκε ανακωχή και βγήκαμε. Μετά επειδή είχαμε καθυστερήσει πολύ πήγαμε όλοι για ύπνο.
Το πρωί με ξύπνησε η μάνα μου φωνάζοντας «Ξύπνα, ήρθαν να σε πάρουνε». Απ’έξω με περίμενες και έδωσες μαι μικρή ανθοδέσμη στη μαμά μου. «Έλα, πάμε.. Οι άλλοι έχουν ήδη ξεκινήσει !».. Γυρίσαμε όλη την πόλη μοιράζοντας μπουκέτα και καταλήξαμε στο φαγοπότι στην πλατεία. Αφού γεμίσαμε τα πλαστικά πιατάκια μου φώναξες » έλα, πάρ’το και πάμε».. «Πού;» «Θα δεις..». Πήγαμε στη λίμνη. Κάτσαμε εκεί μέχρι αργά. Σιγά σιγά άρχιζε να έρχεται ο κόσμος και να αφήνει καραβάκια και φαναράκια. Ξαπλώσαμε πλάι-πλάι χαζεύοντας το τοπίο. Μια τεράστια μαύρη μάζα που απλώνεται μέχρις εκεί που φτάνει το μάτι και πάνω της ένα σωρό μικρά φωτάκια και χάρτινα καραβάκια.. Ξημερώσαμε στη λίμνη αγκαλιά. Τα καραβάκια είχαν μουλιάσει και είχαν μείνει ελάχιστα φαναράκια. Πήγαμε για ύπνο και το πρωί ήρθες να μ’αποχαιρετήσεις για να προλάβεις το αεροπλάνο. Καθώς έφευγες γύρισες και μου’πες «Το τηλέφωνό σου δεν το έχω κι όταν ξανακατέβω θέλω να σε δω».
Και ξανακατέβηκες. Έμεινες για μια βδομάδα σπίτι μου, μια βδομάδα απερίγραπτη. Μετά από αρκετό καιρό ανέβηκα εγώ Λονδίνο και περάσαμε μαζί 10 μέρες. Από τότε είχα να σε δω..
Αυτή τη φορά είχα πάρει κι ένα φόρεμα. το πρώτο που αγόραζα μόνη μου. Έκανα σα μικρό κοριτσάκι φορώντας το. Τριγύρναγα στο σπίτι μ’αυτό κι έκανα στροφές για να ανεμίζει.. Είχα σκοπό να το βάλω το βράδι στο φαγητό. Δεν έμελλε να το φορέσω όμως.. Το πρωί της Παρασκευής η μάνα σου εμφανίστηκε κλαμμένη στο χωριό και μας ανακοίνωσε πως είχες σκοτωθεί σε τροχαίο στο δρόμο σου για το χωριό. Δεν είχε πανηγύρι για εκείνη τη χρονιά.
Γύρισα κατευθείαν στην πόλη. Δεν μπορούσα να παρευρεθώ στην κηδεία σου. Απλά δε μπορούσα. Δεν καταλάβαινα. Δεν ήξερα. Φοβόμουν. Κι ένιωθα απίστευτα μόνη..
Τόσα χρόνια μετά και δε σ’έχω ξεχάσει. «Προχώρησα» στη ζωή μου αλλά κάπου υπάρχεις κι εσύ. Αυτές οι 20 μέρες που περάσαμε μαζί. τις προάλλες η κόρη μου σκάλιζε την ντουλάπα μου μήπως βρει κάτι να φορέσει στο χορό του σχολείου. Ψάχνοντας, ψάχνοντας βρήκε κι ένα κουτί. Μέσα του ένα φόρεμα. Ένα φόρεμα καινούργιο. Που δεν είχε φορεθεί ποτέ..

Photobucket

You touch my face
God whispers
In my ear
There are tears in my eyes
Love replaces fear
Fear
Every little piece in your life
Will add up to one
Every little piece in your life
Will mean something to someone??

Advertisements

~ από justelene στο Ιανουαρίου 29, 2008.

2 Σχόλια to “Abandoned Masquerade”

  1. Παντα τη πιο ψηλη κορφη,χτυπα η οργη του ανεμου,
    γι’αυτο κι εγω παραπονα,
    δεν εκαμα ποτε μου….

  2. ποτέ ε?

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: