Η βροχή από κάτω

Photobucket - Video and Image Hosting
Είχε ψύχρα σήμερα.Έβαλα το τζιν μπουφάν και στο δρόμο βρήκα στις τσέπες μου εισιτήρια απ’το ΚΤΕΛ για Θεσσαλονίκη,καρτούλες από ζαχαροπλαστεία,αποδείξεις και χτυπημένα εισιτήρια με το Λευκό Πύργο..Το Πάσχα είχα πάει Θεσσαλονίκη μόνη μου,χωρίς τους γονείς μου,στην ξαδέρφη μου.Χαζεύοντας την πραμάτεια μου έφτασα.Μετά από δυο ώρες που βγήκα έβρεχε.Τι να κάνω;Το’χω ξαναπάθει σκέφτηκα και ξεκίνησα για το σπίτι με τα πόδια..Και ξανά στο μυαλό μου η Θεσσαλονίκη…Εκεί ήταν η τελευταία φορά που περπάτησα έτσι μες στη βροχή.Ήταν Μεγάλο Σάββατο.Είχα δώσει ραντεβού με τον Ευθύμη,που είναι ο κολλητός μου κι έχει μάνα Σαλονικιά,στο ζαχαροπλαστείο του Τερκενλή,γωνία Αριστοτέλους και Τσιμισκή.Έφυγα μισή ώρα νωρίτερα,είχε πολή κίνηση στο δρόμο.Κατέβηκα παρά τέταρτο απ’το λεωφορείο και όχι στο τέρμα,αφού ένας κύριος που ρώτησα με κατέβασε μια στάση πιο πριν.Στο δρόμο για τον Τερκενλή ακούω μια φωνή «Ναταλία»;Κοιτάω πίσω μου και βλέπω τον Ευθύμη!»Άσε»,μου λέει.»Πήρα το απέναντι λεωφορείο.Επειδή δεν ήμουν σίγουρος ρωτάω μια γιαγιά:-Για Αριστοτέλους από δω πάμε,έτσι;-Ναι,ναι,παιδί μου,μου απαντά και ησυχάζω.Μόνο που στη συνέχεια με ρωτά:-Κάτσε.Εσύ ποια Αριστοτέλους θες;-Την πλατεία.-Ωχ!Παιδάκι μου,λάθος μπήκες.Θα κατέβεις στην επόμενη στάση,θα το πάρεις όλο ευθεία,θα στρίψεις πιο κάτω,κλπ και εκεί είναι η στάση σου.Κατάλαβες;Είναι πολύ κοντά με τα πόδια,μου λέει και φουντώνω.Κοιτάω το ρολόι μου:και 20..-Κοντά είπατε ότι είναι,ε;-Ναι,ναι.Το πολύ μισή ώρα..».Σταματάμε για να αγοράσει τσιγάρα.Τελικά πήρε το λεωφορείο και έφτασε.Καθόμαστε σε ένα καφέ.Παραγγέλνει μια κρύα σοκολάτα και εγώ ένα γαλλικό σκέτο.»Aκόμα νηστεύεις;»,με ρωτάει.»Τι να κάνω;Σήμερα τελειώνει το μαρτύριο».»Τι να πεις κι εσύ;Πως άντεξες απ’την Καθαρά Δευτέρα;Εμένα η γιαγιά μου εδώ μ’έχει βάλει και νηστεύω..Άσε.Δεν παλεύεται.Εκτός σπιτιού βέβαια,τρώω κανονικά.Ξυπνάω σήμερα το πρωί και πάω να πιω γάλα.Η γιαγιά μου μού κάνει πως απαγορεύεται και της λέω πως ξεχάστηκα.Πάω να φτιάξω καφέ και μου λέει να μη βάλω γάλα.Γάμα το,σκέφτομαι εγώ.Θα πίνεται χωρίς γάλα;Τι να φάω,σκέφτομαι..Α!Έχουν περισσέψει κρακεράκια από χθες..Όχι,μου λέει η γιαγιά.Σήμερα νηστεύουμε και από το λάδι.Πως κρατήθηκα δεν ξέρω.Ανοίγω το ψυγείο και βλέπω ένα μπουκάλι κρασί.Το παίρνω όπως είναι και αρχίζω να το κατεβάζω..Αφού το’χα φτάσει στη μέση κοιτάω τη γιαγιά:Κάγκελο..».Συνεχίζουμε να συζητάμε για διάφορα.Παιρνάνε πλανόδιοι,παιδάκια που ζητιανεύουν,μαύροι με CD και DVD.Στον εικοστό που μας πλησιάζει αρχίζουμε να λέμε άγνωστους καλλιτέχνες για να φύγει.Πετάω ένα «Θανάσης Παπακωνσταντίνου» και μου λέει «Μισό λεπτό,εδώ το έχω».Με κοιτάει παράξενα ο Ευθύμης..Του λέω:»Θα τον μπέρδεψε με το Βασίλη..».Κι όμως μου βγάζει το «Η Βροχή από κάτω»,το νέο άλμπουμ του Θανάση..Το πήρα.Ο τίτλος έμελλε να γίνει προφητικός,αφού σε ένα τέταρτο άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς.Ειχε μεσημεριάσει και έπρεπε να φύγουμε..Χωρίζουμε και ξεκινώ.Φοράω ένα μακό,μια βερμούδα το τζιν μου και πάνινες μπαρέτες.Σε λίγα λεπτά έχω γίνει μούσκεμα..Βγάζω τα γυαλιά που έχουν βραχεί,διασχίζω την Αριστοτέλους και ακούω μια μαντάμ να φωνάζει «Ομπρελάρες 3 Ευρώ»..Δίνω 3 Ευρώ,παίρνω μια ομπρέλα,μου εύχεται καλή ανάσταση και φεύγω.Δεν ξέρω που κάνει τέρμα το λεωφορείο,οπότε περνώ την Εγνατία και ψάχνω για στάση του 34..Βρίσκω μία,που εξυπηρετούσε πολλά λεωφορεία και που ήταν γεμάτη από κόσμο.Ένα μωρό έκλαιγε στην αγκαλιά της μαμάς του.Περιμένω συνολικά 20 λεπτά.Έχουν περάσει όλα τα λεωφορεία και τελευταίο το δικό μου πήχτρα.Μπερδεύομαι και κατεβαίνω σε λάθος στάση.Το καταλαβαίνω ,δυστυχώς, αργά και σκέφτομαι πως αντί να περιμένω άλλα 20 λεπτά καλύτερα να πάω περπατώντας.Ευτυχώς θυμάμαι την οδό της ξαδέρφης μου..Ρωτώντας φτάνω μετά από 45 λεπτά σπίτι.Τα ρούχα μου έχουν στεγνώσει,τα μαύρα παπούτσια μου έχουν γίνει καφέ και έχω ένα πρόσωπο έτοιμο να κλάψει.Το μόνο που θέλω είναι να ξαπλώσω..΄Μου ανοίγει η θεία μου,που ήρθε κι αυτή για Πάσχα από Αθήνα και την αγκαλιάζω (χρόνια είχα να αγκαλιάσω κάποιον εκτός απ’τη γιαγιά μου)..Δεν είπα τίποτα για το λεωφορείο,φοβούμενη πως δε θα με ξανααφήσουν να το χρησιμοποιήσω μόνη μου..Αλλάζω και ξαπλώνω.Αισθάνομαι όπως στα παραμύθια..Όταν κάποιος έφευγε απ’το σπίτι,τον κλέβανε,τον απαγάγανε,κλπ,πέρναγε διάφορα ευτράπελα και επιστρέφοντας σπίτι έπεφτε στην αγκαλιά της μαμάς του λέγοντας «Γύρισα,μαμά.Είμαι εδώ τώρα.Όλα τελειώσαν..»

ΥΓ:Στην επόμενη συνάντηση με τον Ευθύμη του λέω το περιστατικό και μου απαντάει:»Γάμησέ τα.Κι εγώ μπερδέυτηκα με τη βροχή και δεν έβρισκα τη στάση..Πήρα ταξί και γύρισα..Άσε, 7 Ευρώ μου πήρε ο ταξιτζής..»

Advertisements

~ από justelene στο Ιουνίου 12, 2006.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: