this old house (part 5) : Goodbye my lover

•Φεβρουαρίου 21, 2009 • 1 σχόλιο

Photobucket

Ξεκίνησα να φύγω με μαύρη καρδιά.
Κοίταξα το δωμάτιο για μια τελευταία φορά:
το κρεβάτι, τις αφίσες, τη μικρή βιβλιοθήκη, τις γλάστρες, τα παράθυρα.
Μπήκα στο τρένο μηχανικά
Σε σκεφτόμουν έντονα.
Στην πρώτη στάση κατέβηκα.
Είχα ξεχάσει σπίτι κινητό, κλειδιά, κιθάρα.
Λένε πως όταν ξεχνάς πράγματα κάπου ενώ φεύγεις..
..Υποσυνείδητα θες να ξαναγυρίσεις.
Εγώ απλά μπορεί να μην ήθελα να φύγω ποτέ..

Πώς θα σ’αποχαιρετήσω πάλι ;

this old house (part 4) : Underground

•Ιανουαρίου 26, 2009 • 1 σχόλιο

“Drink wine this is life eternal, this all that youth will give to you. it is the season for wine, roses and drunken friends be happy for this moment, this moment is your life.”…

Photobucket

Ήμασταν κομμάτια. Είχε πάει 3 και μισή.
Κυκλοφορούσαμε Εξάρχεια κατευθυνόμενοι προς το σπίτι της Αλκυνόης.
Ήμασταν η Λένη, η Μαριλύ, ο Τάσος, εγώ και ο Σπυρόπουλος.
Στο δρόμο φωνάζαμε συνθήματα και κυνηγιόμασταν όταν ένα μηχανάκι μας κάνει νόημα.
Είναι ο Κίτσος από ΑΣΟΕΕ μαζί με άλλον ένα.
“Γουστάρετε να περάσετε από Decadence; Σαν ΑΣΟΕΕ έχουμε δώσει 4 η ώρα ραντεβού εκεί”.
Η Αλκυνόη, ο Σπυρόπουλος και εγώ ψηνόμασταν, αλλά είχαμε τη Μαριλύ και τον Τάσο
που δεν καταλάβαιναν τι τους γίνεται και τους φοβόμασταν.
Το πλάνο ήταν να τους πηγαίναμε στο σπίτι της Αλκυνόης,
να τους κοιμίζαμε και να την κάναμε για Decadence.
Στη διαδρομή ένα άγνωστο παρεάκι επίσης κομμάτια μας γνέφει.
Έχει κι αυτό τους μεθυσμένους του.
Βλέμματα κατανόησης απ’τη μια μεριά στην άλλη.
Σέρνουν ένα μηχανάκι.
“Να δούμε ποιος θα οδηγήσει”, μας λένε..
Φτάνοντας στο σπίτι της Αλκυνόης παραλίγο να μας πατήσει ένα αμάξι.
Είναι η Μυριωτάκης με την υπόλοιπη ΑΣΟΕΕ.
“Ρε μαλάκες περάστε από Decadence”.
Τους ενημερώνουμε ότι ξέρουμε τι παίζει και πως πιθανόν θα περάσουμε αργότερα.
“Καλά με την ησυχία σας. Έτσι κι αλλιώς θα κάτσουμε μέχρι αργά”.
Η Αλκυνόη έχει μόνο ένα μπουκάλι Amaretto το οποίο με τόσα άτομα φεύγει μπαμ μπαμ.
Χρειαζόμαστε αλκοόλ, αλλά που βρίσκεις ξημερώματα..
Δίπλα παίζει ένα κωλόμπαρο.
Κατεβαίνει μια αντιπροσωπία να προμηθευτεί κρασί.
“Άντε να δούμε ποιος θα μπει εδώ μέσα να πάρει αλκοόλ”, φωνάζω.
Ενώ υπήρχε μια διαπάλη, βγαίνει έξω ο ιδιοκτήτης χαρωπός.
“Για την αγαπητή γειτόνισσα δίπλα ό,τι θέλει. Κερνάμε”.
Ο Σπυρόπουλος ζητάει κρασί, ο τύπος μας φέρνει μια μεγάλη κανάτα 1,5 L
και δίνει πίσω το 10ευρω του Σπυρόπουλου.
Περιχαρείς και γεμάτοι αλκοόλ επιστρέφουμε στο σπίτι όπου αρχίζουμε να παίζουμε ρεμπέτικα και λαϊκά.
Μάρκος και Μητροπάνος έχουν την τιμητική τους.
“Σ’αναζητώ στη Σαλονίκη ξημερώματα. Λείπει το βλέμμα σου απ’της αυγής τα χρώματα.
Σ’αναζητώ μ’ένα βιολί κι ένα δοξάρι. Λείπει το όνειρο, εσύ και το δοξάρι”, ξελαρυγγιαζόμαστε όλοι μαζί
και κάνουμε την Αλ να φωνάζει πως οι γείτονες θα καλέσουν το 100.
Εμείς δεν καταλαβαίνουμε Χριστό.
Η Λένη πηγαίνει και ξαπλώνει στην κρεβατοκάμαρα.
Εμείς τα ίδια. Εκτός απ’το ότι οι δυο μεθυσμένοι έχουν αρχίσει να την πέφτουν ο ένας στον άλλο.
Ο Σπυρόπουλος φεύγει κατά τις 6 με πρωινή συγκοινωνία, ετοιμάζομαι κι εγώ
όταν ξαφνικά μας παίρνει ο Μυριωτάκης τηλέφωνο.
“Έρχεται από ‘δώ και είναι λιάρδα”, μας ενημερώνει ο Τάσος.
Και πράγματι σε κάνα 10λεπτο σκάνε μαζί με τον Κίτσο και είναι μες στην καλή χαρά.
Αναλαμβάνουν τον υπολογιστή και αρχίζουν να παίζουν βουλγάρικα και αλβανικά σκυλάδικα.
Κόλαση;;
Ο Κίτσος να χορεύει τσιφτετέλι, ο Τάσος να χτυπάει παλαμάκια,
ο Μύριω να πηγαίνει στο κρεβάτι που κοιμάται η Λένη,
να της φωνάζει, να τη σκουντάει, να της τραγουδάει μπας και την ξυπνήσει.
Η Λένη Χριστό.
Οι μεθυσμένοι να έχουν απομονωθεί στην κουζίνα και να ακούμε συζήτηση τύπου:
“Θα το μετανιώσουμε αύριο. Καλύτερα να μείνουμε δυο φίλοι.”
“Μα σε θέλω..”
Η Αλκυνόη να κλείνει επίσημα 44 ώρες ξύπνια,
εγώ να μη νιώθω τίποτα μετά από μια μέρα συνδικαλισμού απ’τις 9 το πρωί,
με καπάκι 2 πολιτικές διαδικασίες τη μία στη σχολή και την άλλη στα τοπικά με την επιτροπή κατοίκων.
Και ας μην παραλείψω την αφισοκόλληση που κάναμε στις 23.00 στην κεντρική πλατεία
με τα μπατσικά να μας κυνηγάνε
και τον Παλαιολόγο να σκαρφαλώνει στις κολώνες για να αφισοκολλήσει τα διάφορα stands..
Οι πλέον ανήμπορες, καταλαμβάνουμε τον καναπέ και ξαπλώνουμε.
Ο Μυριωτάκης όμως πεινάει και φωνάζει.
Μας λέει να πάμε στο σούπερ μάρκετ της απέναντι γωνίας, να κάτσουμε έξω
και να το περιμένουμε να ανοίξει.
Ενώ έχει πάει 7 φεύγει με την Αλ να πάνε για φαγώσιμα.
Γυρνάνε πίσω με προκατεψυγμένες πίτσες.
Τις βάζουν στο φούρνο και ξαπλώνουν, μιας και θέλουν μισή ώρα ψήσιμο.
Σε 40′ μας ξυπνάνε φωνάζοντας γιατί η 1η κάηκε, μιας και μας είχε πάρει όλους ο ύπνος.
Η ώρα είναι 8 παρά κι εγώ την κάνω.
Παίρνω πρωινό λεωφορείο. Φτάνω κατά τις 8,30 σπίτι.
Όλοι κοιμούνται ακόμα.
Κάνω ένα μπάνιο, βάζω 5 πράγματα στο σακίδιό μου,
αφήνω ένα σημείωμα πως θα λείπω το Σ-Κ
και φεύγω ξανά για Κηφισό.
Ανυπομονώ να σε δω..
Μια βδομάδα πέρασε από την τελευταία φορά.

this old house (part 3) :Le Vent Nous Portera

•Ιανουαρίου 14, 2009 • 1 σχόλιο

Photobucket

Μπήκα σαν τον κλέφτη για άλλη μια φορά μέσα. Τα ίδια χάλια.
Χαλάσματα και μπάζα παντού, παρατημένα γύρω γύρω.
Υπήρχε αυτός ο τόνος εγκατάλειψης χωρίς ωστόσο το κτίριο να χάνει την αίγλη του.
Μπήκα στο δωμάτιο με τα συνθήματα και τον μοβ τοίχο.
Έκανα μια βόλτα και έμεινα να χαζεύω απ’το παράθυρο.
Είχα μια περίεργη αίσθηση στο στομάχι.

Άρχισε να φυσά και ένιωσα μια ψύχρα.
Τύλιξα την εσάρπα μου καλύτερα, έστριψα τσιγάρο και πλησίασα στο παράθυρο να δω τι παίζει δίπλα.
Στο μυαλό μου μια εύθυμη μελωδία από τραγούδι της Φιτζέραλντ, το σιγομουρμουρίζω.
Κι εκείνη την ώρα σκας εσύ, και με παίρνεις αγκαλιά.
Στα χέρια σου ένα περίεργο δώρο. Ένα κολιέ από υλικό που πλάθεται και μπορείς να φτιάξεις το κολιέ όπως εσύ θέλεις.
Μετά τις αγκαλιές και τα φιλιά φεύγουμε με τη μηχανή και καταλήγουμε στην Πλάκα, σ’ένα καφενεδάκι δίπλα στην αρχαία αγορά.
Ξύλινες καρέκλες κάτω από μια βουκαμβίλια και θέα από ψηλά.
Τα νέα σου, τα νέα μου, διηγήσεις και εξιστορήσεις που διακόπτονται από γέλια και φιλιά.
Η ώρα περνά χωρίς να το καταλάβουμε και πρέπει εγώ να γυρίσω σχολή κι εσύ δουλειά.
Αρχίζει να φυσάει, λουλούδια απ’τη βουκαμβίλια χορεύουν στον αέρα ενώ ένας τυφλός παίζει ακορντεόν.
Περπατήσαμε λίγο τριγύρω, έχει κάτι από ένα χαμένο παρελθόν, μια αίσθηση αίγλης.
Πλανόδιοι πωλητές, τύποι με χειροποίητα κοσμήματα, παιδάκια που ζητιανεύουν στα σουβλατζίδικα.
Μια μπάντα που έχει ντυθεί με μεταξωτά, δαντελένια, και χρυσά ρούχα χαίρεται που μας βλέπει.
Και παίζει απόσπασμα απτο Ρωμαίο και την Ιουλιέτα του Προκόφιεβ.
Δυο περιστέρια πετούν πάνω μας. Κυνηγά το ένα το άλλο. Κάποια στιγμή συναντιούνται. Χαϊδεύονται.
Και ξανά πάλι απ’την αρχή το κυνηγητό.
Το παιχνίδι.
Έχουμε ήδη φτάσει στη μηχανή..

Σε λίγα λεπτά μ’αφήνεις έξω απ’το παλιό κτίριο.
- Και είπαμε ε.. Από’δώ και πέρα θα μιλάμε τηλεφωνικά και θα πετάγομαι τα Σαββατοκύριακα να σε βλέπω. ΟΚ ;
- Ό,τι θέλεις.
- Ό,τι μπορώ..

Ποιος γυρνάει για να μπει σε μάθημα τώρα..
Και πρέπει να βρω και μια δικαιολογία για την απουσία μου.
Με το που μπαίνω στο ασανσέρ με πετυχαίνει ένας εκ των τρελών.
“Πρέπει να κάνουμε Διοικητικό Συμβούλιο.”
Χριστέ μου..
Δε γαμιέται.. Ας κάνουμε και ένα ΔΣ να γουστάρουμε..

this old house (part 2)

•Νοεμβρίου 19, 2008 • 4 σχόλια

view_by_recherchephotography

είχαμε γνωριστεί σ’εκείνη την υπόγα
όταν νύχτωνε
μετά την πρώτη μου μέρα ενασχόλησης με το συνδικαλισμό
μου είχες κάνει εντύπωση απ’την πρώτη στιγμή
τα μαλλιά σου, σήμα κατατεθέν
το περίεργο ντύσιμο που μου θύμιζε Όσκαρ Ουάιλντ
και το γλυκό σου χαμόγελο
πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να σε ξαναδώ
τότε ήταν που κάτσαμε παρέα για κρασιά
μετά από μια ταινία που έπαιζε τέρμα στη Μαυρομιχάλη
εκείνο το βράδυ ήταν που ενώ έφευγες μου φώναξες
θα τα ξαναπούμε..

και μετά ήταν εκείνο το πάρτι
που πρέπει να κλείσαμε 5ωρο κουβέντας
ήταν και η κρητική ρακή και το όλο κλίμα
το φευγάτο
δεν θέλαμε και πολύ για να παρασυρθούμε

λίγα βράδυα αργότερα βρεθήκαμε σ’εκείνο το μαγαζί
το νεοκλασικό κτίριο με τα ψυχεδελικά φώτα
και την ηλεκτρονική μουσική
μπύρες, μπύρες, μπύρες
και στο τέλος το πρόβλημα της επιστροφής
ώσπου ήρθα κι έμεινα σπίτι σου
και ξύπνησα το πρωί, με εσένα να κοιμάσαι ξερός
να προσπαθώ να βρω που υπάρχει σέικερ
και να βρίσκω άπειρες αναπάντητες στο κινητό
σου άφησα ένα σημείωμα και έφυγα για τη σχολή
όπου και βρέθηκα πρωινιάτικα με μίνι φούστα
και μαλλιά που μύριζαν τσιγάρο

εκείνη τη μέρα τελείως τυχαία
πήγαμε με τις άλλες για πρώτη φορά στο παλιό κτίριο
περνάγαμε απ’έξω και πηγαίναμε για φαΐ στη λέσχη
όταν η μ. φώναξε “είναι ανοικτά, γιατί δε μπαίνουμε ;”

this old house (part 1)

•Νοεμβρίου 9, 2008 • 7 σχόλια

detail_of_fall_by_m0nni

μ’ένα απλανές βλέμμα κι ένα χαωμένο μυαλό
με τη μουσική τέρμα στ’αυτιά
χωμένη σ’ένα βιβλίο, με τη μυρουδιά του να φτάνει ως τα ρουθούνια μου
τη γεύση του καυτού καφέ φίλτρου στο στόμα
που κατάπινα πάντα μ’ένα κομμάτι σοκολάτα που έλιωνε λόγω του καφέ
και ένα τσιγάρο στο χέρι – το πρώτο της μέρας, το απολαυστικό
σε σκέφτομαι

δυο ώρες ύπνος και ξανά εδώ
δε βαριέσαι.. όπως έχει πει και κάποιος άλλος
αν δεν τα κάνουμε τώρα αυτά, πότε;
νιώθω κούραση αλλά και μια γαλήνη
μια χαρά, από χτες το απόγευμα
τόση χαρά που εκτός από ενέργεια μου χάρισε αϋπνία
σκεφτόμουνα πως αν ξύπναγα θα τέλειωνε όλο αυτό
λαμβάνω από παντού καλημέρες
μάλλον πρέπει να βγάλω τ’ακουστικά
αλλά αυτή η στιγμή κάθε πρωινού είναι ιερή
αν όχι μέχρι να τελειώσει ο καφές, τουλάχιστον μέχρι να καεί το τσιγάρο
δε μιλάω

το κινητό χτυπά με μια ηχογράφηση από ταινία του Κισλόφσκι
βγαίνω στο μπαλκόνι για να σου μιλήσω
τώρα που δεν έχει κόσμο ακόμα
όταν το κλείνουμε μένω μ’ένα χαμόγελο για το οποίο
είμαι σίγουρη ότι θα φάω πολύ δούλεμα απ’τους υπόλοιπους
ρίχνω μια ματιά γύρω μου
μ’αρέσει πολύ εδώ πάνω, έχει καταπληκτική θέα
και είναι χαραυγή ακόμα.. βλέπεις χρώματα στον ουρανό

σε μισή ώρα ξεκινά η πραγματική δουλειά
φτάνει 10 η ώρα και εξαφανιζόμαστε όλοι
εγώ όμως την κάνω
σίγουρα οι άλλοι θα νομίζουν ότι μιλάω με κάποιον
και πως γενικά για να λείπω δουλεύω
αντ’αυτού παίρνω το mp3 μου, τσιγάρα και πάω δίπλα
στο παλιό κτίριο

One for you

•Σεπτεμβρίου 27, 2008 • 4 σχόλια

Κάποια άγνωστη αύρα άρχισε να μετυλίγει και το κορμί μου γέμισε καθρέφτες
Σ’ένα αόρατο κόσμο κάπου κοντά μου άρχισες να παίζεις φλάουτο για να ξυπνήσεις το άγριο δάσος
Με μια μαύρη τουλίπα στο χέρι και ένα όνειρο στο βλέμμα προσπαθούσα να σε νιώσω
Έψαχνα τον αόρατο κόσμο
Απ’την τουλίπα άρχισαν να αναδύονται μυρωδιές που μοιάζαν αναμνήσεις
Και εικόνες ξεπηδούσαν από μέσα της σα στάλες από αίμα
Κατά κάποιο τρόπο με καθοδηγούσανε σε εσένα
Και ξάφνου άρχισε να βρέχει και άρχισα να νιώθω πιο κοντά σου
Κι ολόκληρο το δάσος μου’δειχνε το δρόμο
Σα μια ουράνια συνωμοσία να ήθελε να σε βρω
Ξέροντας πως αν δε σε βρω εγώ δε θα τα κατάφερνε κανένας άλλος

•Σεπτεμβρίου 24, 2008 • 7 σχόλια

Υπάρχουν κάποιες στιγμές στη ζωή σου που τη στιγμή την ίδια που τις ζεις καταλαβαίνεις ότι δεν πρόκειται να υπάρξουν αντίστοιχες.

Jazz suite

•Σεπτεμβρίου 9, 2008 • 4 σχόλια

Photobucket

τα λόγια σου άρχισαν χορεύουν στο μυαλό μου
σαν εικόνες από αιθέρια μουσική
όπως την πρώτη φορά που μου έπαιξες
κι ύστερα τα μάτια από κεραυνό
άρχισαν να βυθίζονται σε μια στόφα αγάπης
και να κοκκινίζουν
σε κάποιο μακρινό μέλλον
θα στρεφόντουσαν προς τον ουρανό
και θα έψαχναν το κορίτσι με τα βυσσινιά
που κρατούσε ένα καθρέφτη
που μέσα του αντικατοπτρίζονταν
ο έρωτας και ο θάνατος
αχ αγάπη μου..

Magnetic fields

•Αυγούστου 27, 2008 • 3 σχόλια

Photobucket


Ξεκίνησαν απ’το Ξέφωτο της Λησμονιάς

και πέρασαν το Δάσος με τα Γερμένα Δέντρα

εκεί το ζευγάρι σταμάτησε

στο Λιβάδι με τα Παραισθησιογόνα Μανιτάρια

Εκείνος έγινε Θεριό

κι άρχισε να σκαρφαλώνει στην πλάτη της

Εκείνη θέλησε να τον αρπάξει

Ήχοι κυμάτινοι απ’τα καμώματά τους

Και ζαλάδα

Kατασπαράχτηκαν κι αγαπήθηκαν τρυφερά

Όπως το κούτσουρο καίει στη φωτιά σιγά σιγά ώρες

Ο αέρας ήρθε με τη φωνή του

να σκεπάσει τις κραυγές των εραστών

Όταν ξύπνησαν φορούσαν ο ένας τη μυρωδιά του άλλου

Waiting..

•Ιουνίου 2, 2008 • 11 σχόλια

Photobucket

Μου’πες μια μέρα πως θα με πάρεις να φύγουμε
Να πάμε σ’ένα απέραντο λιβάδι
Στο λησμονημένο κάστρο
Εκεί που το βάθος τ’ουρανού κοκκινίζει

Μου’πες “κυνήγησέ με”
κι άρχισα να σε αναζητώ
σε παιδικές ταινίες και ρετρό μελωδίες
ώσπου ένιωσα κάτι να καίει

Μου είπες κάποτε πως μ’αγαπάς
και μου διηγήθηκες ένα μεσαιωνικό παραμύθι
με τον έρωτα και το θάνατο
και μου’πες τόσο πολύ σ’αγαπάω

Μου είπες πως πρέπει να φύγεις
Και πως εκεί που θα πας θα με σκέφτεσαι
Και τώρα μου λείπεις
Σου στέλνω ένα τραγούδι να σε φυλάει
Και περιμένω να γυρίσεις

Dionysos – I love you (Click)