Κάποιες φορές νιώθω τη μυρωδιά σου γύρω μου και δε μπορώ να συνεχίσω.
Δεν αντέχω αυτή μου τη γαμημένη λαχτάρα ξέροντας πως εσύ δε νιώθεις τίποτα.
Βγαίνω στους δρόμους κάθε πρωί και σε ψάχνω. Στα λεωφορεία, τα τραμ, τις στάσεις. Όπου πιστεύω ότι θα σε δω πηγαίνω.
Ποτέ δεν είχα πρόβλημα με το να κάνω ότι οι άλλοι θέλουν. Αλλά κανείς δεν έκανε το ίδιο και για μένα. Κανείς δε με άγγιζε. Όμως εσύ με άγγιξες τόσο γαμημένα βαθιά που δε μπορώ να συνεχίσω.
Eίθε το βράδυ να σου πει πολλά και η νύχτα να σου αποκαλύψει το μυστικό της τα τραγούδια που άκουγες και οι φωνές να δραπετεύσουν από το σκοτεινό ταξίδι τους και να γυρίσουν πίσω με τις αναμνήσεις μας στις πλάτες τους για όσα πέρασαν και όσα ήλθαν για όσα χάθηκαν και όσα μείναν
σ’εκείνο το πρόσωπο το πληγωμένο με ένα σώμα ματτωμένο και μνήμη μαύρη θα ψάχνεις να βρεις τον ήλιο όμως δε θα ξημερώνει μέχρι ν’αρχίσεις να θυμάσαι
Τριγυρνώ σε μια πόλη άδεια
εγκαταλελειμμένες σκιές
σε στοιχειωμένα σπίτια
Αέρας γεμάτος λήθη
και ένα άρωμα δικό σου
Κυνηγώ την αμαρτία
μόνη με τα φαντάσματά μου
ακολουθώ μια μαύρη λιτανεία
και χορεύω στους σκοπούς του Πάνα
Σ’ένα κορμί λευκό και πληγωμένο
προσπαθώ να ξορκίσω την αύρα σου
από πάνω μου
Κι ο άνεμος φυσάει
εκστατικός, αιθέριος
και φέρνει ήχους ξεχασμένους
και γέλια νεκρών
Κόσμος με αγκαλιάζει
και μια φωνή με κυκλώνει
σαν σκύλος που αλυχτά
Κι εγώ μόνη στην άκρη του γκρεμού
σαν την πριγκίπισσα που έφυγε απ’το χορό
μ’ένα γοβάκι
Στην άκρη του γκρεμού σε βλέπω να με περιμένεις
αναζητάς τη φωνή σου
Strangers passing in the street
By chance two separate glances meet
And I am you and what I see is me.
And do I take you by the hand
And lead you through the land
And help me understand
The best I can. Pink Floyd
Ήμουν σε μια περίοδο περίεργη όταν αρχίσαμε να βγαίνουμε. Πέρναγα τη φάση απογοήτευσης. Κι έσκασες σαν δώρο έξω απ’την πόρτα μου. Το όλο θέμα ξεκίνησε με μια συζήτηση για τον “Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες” του Μούζιλ. Από ‘κεί και πέρα λογοτεχνία. Πολύ λογοτεχνία. Κλασική, λατινοαμερικάνικη, ρώσικη.. Σουρεαλισμός, θέατρο, ποίηση. Δεν είχαμε αφήσει και τίποτα. Παράλληλα βγαίναμε συνέχεια έξω. Είχαμε βρει ένα ήσυχο μπαράκι φάση αυτονομίας στα Εξάρχεια και το’χαμε κάνει στέκι. Θυμάμαι γύρναγα κάθε βράδυ σπίτι και έπαιρνα τη Μαριλύ τηλέφωνο να της πω όλα τα νέα. Όπως κάναμε και στο Γυμνάσιο. Αλλά είχε τόση πλάκα, και είχα μια αγωνία ώσπου να μου πει την άποψή της..
Ένα βράδυ είχαμε πάει σε ένα live που παίζαν κάτι φίλοι από Θεσσαλονίκη με τα παιδιά και έπεσα πάνω σου. “Ω! Δεσποινίς.. Τι κάνετε ;” Αυτό ήταν. Απλά παρατήσαμε και οι δυο τις παρέες μας και μείναμε να μιλάμε και να πίνουμε. Εγώ που και που τραγούδαγα κιόλας, ήξερα κάποια κομμάτια. Κατά τ’άλλα μιλάγαμε για λογοτεχνικούς ήρωες που είχαμε ερωτευτεί : μοιραία θηλυκά και αλήτικα αρσενικά. Και άρχισες να μου λες για αγαπημένες σου ηρωίδες που μου έμοιαζαν. Ή που είχαν το ίδιο όνομα με εμένα. Εκείνες οι στιγμές, είχαν έναν αέρα έκστασης. Σα να ‘μασταν οι δυο μας στη μουσική σκηνή. Βοηθούσε βέβαια και το αλκοόλ. Αλίμονο.. Τα έλεγα στη Μαριλύ μετά : “Ήμαρτον.. Έτσι φτιάχνεσαι εσύ ;;” Φτιάχναμε ιστορίες ο ένας για τον άλλο. Τις διαβάζαμε μαζί μετά σε μπαρ, στο λόφο του Στρέφη, στο σπίτι σου. Και κάπως έτσι πέρναγε ο καιρός..
Κάποια στιγμή πέταξα την ιδέα : “Ρε ένας φίλος δουλεύει στο Άμστερνταμ και μου έχει πει να πάω όποτε θέλω και με παρέα. Γουστάρεις να πάμε μαζί ;”
“H μουσική εινάι η μόνη γλώσσα που όλος ο κόσμος καταλαβαίνει.Ο μόνος τρόπος συνεννόησης.Είναι μια αδελφοσύνη.Να το θυμάσαι φίλε μου,κάποτε δεν θα χρειάζεται να μιλάμε…” Παύλος Σιδηρόπουλος
“Sacred parts, your get aways You come along on summer days Tenderly, tastefully” Interpol
Υπάρχουν στιγμές που τελειώνουν οι λέξεις Που γίνονται βλαβερές Όταν πληγώνουμε ο ένας τον άλλο Όταν η αγάπη γίνεται βελόνα
Εγώ φεύγω κι εσύ το σκας Αλλά δε μπορούμε να’μαστε χώρια Ο πόνος γίνεται πιο βαθύς η βελόνα μπαίνει πιο βαθιά
Είναι οι μέρες που δεν τρώω δεν κοιμάμαι καταπονώ το σώμα μου θέλω να το κάνω να σπάσει Ίσως ο σωματικός πόνος με κάνει να ξεχάσω τον ψυχικό
Προσπαθώ να σταματήσω να σε σκέφτομαι Αλλά τότε είναι που είσαι παντού γύρω μου Στα πράγματά μου, στο δωμάτιό μου, στα τραγούδια που ακούγαμε μαζί. Όποια πόρτα και να ανοίξω σε αντικρύζω Τελικά δεν είναι ότι είσαι μέσα στο σπίτι μου είσαι μέσα στο μυαλό μου.
Στις αναμνήσεις σε όσα κάναμε μαζί στις βόλτες μας, στα ταξίδια μας στις καινούργιες μας εμπειρίες. Ζούσαμε έντονα
Σε αυτές τις στιγμές βρίσκουμε άλλους τρόπους για να μιλάμε. Από εικόνες, μουσικές, στιχάκια. Είναι τότε που ξέρω ότι γράφεις για μένα. Είναι τότε που ξέρεις ότι παίζω πιάνο για σένα. Ένα τραγούδι με νόημα που τα λέει όλα και θυμίζει αστέρια και ακρογιαλιές και μας φέρνει κοντά.
Κι έτσι φτάνουμε σε αστρικούς τρόπους μέθεξης και αυτό που μας ενώνει γίνεται πιο δυνατό. Στη βελόνα βάζουμε κλωστή και ράβουμε τις πληγές μας.
Αυτό το ποιηματάκι μου’ρθε σχεδόν έτοιμο στο μυαλό τις προάλλες. Δε λέει τίποτα σπουδαίο αλλά είναι το πρώτο μου ποίημα νομίζω με τέτοια μουσικότητα.. Γι’αυτό άξιζε να το ανεβάσω εδώ.
Let me tell you a story about people being born they scatter and fight and at least they’re growing tall. By exploring, by finding, by making new friends they’re learning more and more every day without any rest
Let me tell you a story about people being young they’re flirting and loving and definetaly going mad. They’re discovering body and mind they’re traveling now and then they’re trying to be born again.
Let me tell you a story about people growing old. They’re exhausted but peacefull wise and their thoughts unfold. They try to teach us, they try not to be bad and they really feel nostalgic about then when they were young.
Tις προάλλες έτυχε να βρω τυχαία ένα βιβλίο σου κάτω απ’το κρεβάτι.. Αμέσως σε θυμήθηκα.
Εσένα και εκείνες τις μέρες που περάσαμε μαζί τότε. Τα θυμάμαι όλα με μια νοσταλγία, με μια γλύκα που δεν έχει όμοιό της. Κι ας έληξε όσο άσχημα έληξε. Η πίκρα άξιζε εκείνες τις 20 μέρες..
Θυμάμαι την πρώτη νύχτα της γνωριμίας μας και σκέφτομαι πόσο γρήγορα αλλάζουν τα πράγματα. Τότε ήμουν με μια διάθεση χάλια, ήθελα να ξεφύγω από την καθημερινότητά μου, ετοιμαζόμουν να το σκάσω την επομένη για Θεσσαλονίκη. Και κατά σύμπτωση εκείνο το βράδυ πέφτω πάνω σου.. Και μετά δεν ήθελα να αφήσω την Αθήνα.
Νύχτες πνιγμένες στο αλκοόλ, γεμάτες χορό και ξέχειλο πάθος, γεμάτες λογοτεχνικούς ήρωες και εξιστορήσεις..
Νύχτες γεμάτες ποίηση, γεμάτες όνειρα και σχέδια, παρανομίες, στιγμές που νιώθαμε ότι ήμασταν μόνοι μες στον κόσμο.
Ο ένας να αναζητά τον άλλο στα πάρτι, να ψάχνει να τον βρει κάτω από κάποια μάσκα ή αποκριάτικη στολή, να είναι σε κατάσταση πυρετού μέχρι να πέσει πάνω στον άλλο και να νιώσει ένα “τσακ” στην καρδιά.
Να τρελαίνομαι μέχρι να με πάρεις τηλέφωνο, να βάζουμε μουσικές ο ένας στον άλλο, οι χειρονομίες μας, τα πρωινά που με ξύπναγες, τα γέλια που ρίχναμε, η κατάσταση ευφορίας στην οποία βρισκόμουν κάθε πρωί.
Τι κι αν είχα εξεταστική, τι κι αν δούλευες, πολλές φορές γλεντάγαμε σερί ως το πρωί με εμένα να πηγαίνω όλο χαρά να δώσω μάθημα και εσένα να πηγαίνεις με κατακόκκινα μάτια στη δουλειά.
Κι ύστερα.. κι ύστερα τέλος. Έτσι, χωρίς ιδιαίτερες εξηγήσεις, χωρίς κάποια προφανή αιτία. Μετά τη νύχτα των αποκαλύψεων χάθηκες.
Παρόλη την ανώμαλη προσγείωση στην πραγματικότητα, στη ρουτίνα, στους καθημερινούς ρυθμούς δεν σου κρατάω κακία, αντίθετα χαίρομαι όταν σε βλέπω, χαίρομαι που είσαι καλά και γουστάρω να μιλάμε κάνα δεκάλεπτο. Υπάρχουν πράγματα που ακόμη μπορώ να τα μοιράζομαι μόνο μαζί σου. Δε σε θυμάμαι με πόνο, μόνο με χαμόγελο. Γι’αυτές τις μέρες, που ήταν ίσως ό,τι καλύτερο έχω ζήσει ως τώρα..
Ο ουρανός είχε το χρώμα του δέρματός σου
Λευκό σαν κιμωλία
Είχε προηγηθεί ιστορία μιας νύχτας
Εγώ κλεισμένη σ’ένα κτίριο με πολλά δωμάτια
να ψάχνω μια πόρτα που θα με βγάλει έξω
Αλλά έξοδος πουθενά
Μια πόρτα, ψάχνω μια πόρτα
Ξάφνου με πνίγει κόκκινη ομίχλη
Και θέλω να καπνίσω
Χρειάζομαι ένα τσιγάρο
Από κάπου ακούω νερό να κυλάει
Ο χώρος γεμίζει νερό
Με μια παλίρροια που με παρασέρνει
Όταν ξυπνάω έχω βρεθεί έξω
..τα δικά σας σχόλια